Αυτό το καλοκαίρι διάβασα το Συμπόσιο του Πλάτωνα (μετάφραση Ιωάννου Συκουτρή, εκδόσεις Ακαδημίας Αθηνών, έκδοση 2022).

Τι μας λέει ο Πλάτωνας με το Συμπόσιο;

Σε ευθεία ανάγνωση, ο Πλάτωνας μας παρουσιάζει μέσω του Σωκράτη την άποψη ότι ο Έρωτας είναι η δύναμη (ο «δαίμονας») που μας τραβάει προς το ωραίο – το ένα ωραίο πρόσωπο αρχικά, το ωραίο στους ανθρώπους και τον κόσμο στη συνέχεια, και το ωραίο σαν ιδέα τελικά.

Σε μια δεύτερη ανάγνωση, όμως, ο Πλάτωνας παρέχει και διδάγματα που δεν διατυπώνονται ευθέως στις ομιλίες των παρευρισκόμενων αλλά προκύπτουν εμμέσως — νομίζω — ως ερμηνεία των ομιλιών και της δράσης του Συμπόσιου.

Ο Πλάτωνας θέλει να μας πει, λοιπόν, ότι ο Έρωτας και, κατ’ επέκταση, η αντίληψη του ωραίου δεν προκύπτουν από λογική απόδειξη. Γι’ αυτό η άποψη του Σωκράτη για το τι είναι Έρωτας δεν παρουσιάζεται ως ανάπτυξη λογικού επιχειρήματος όπως γίνεται συνήθως στους Σωκρατικούς διαλόγους, αλλά ως μονόλογος με ευθεία διατύπωση της άποψης που ενστερνίζεται ο Σωκράτης.

Θέλει να δούμε, επίσης, ότι η αντίληψη για το ωραίο, ακόμα κι αν δεν αποδεικνύεται λογικά, διαδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Γι’ αυτό ο Πλάτωνας παρουσιάζει το Σωκράτη να εξηγεί πως παρέλαβε την άποψή του από τη Διοτίμα, ένα πρόσωπο που δεν παρίσταται στο συμπόσιο. Και επιπλέον, βάζει εμάς τους αναγνώστες ως (προσωρινά) τελευταίους παραλήπτες της άποψης αυτής για τον Έρωτα, στο τέλος μιας μακράς αλυσίδας ανθρώπων που διέδωσαν την άποψη για τον Έρωτα: η Διοτίμα δίδαξε το Σωκράτη, εκείνος τον παρόντα στο συμπόσιο Αριστόδημο, εκείνος μετέφερε τις συζητήσεις του Συμπόσιου στο μαθητή του Σωκράτη Απολλόδωρο, την αφήγηση του οποίου καταγράφει ο Πλάτωνας, και επιτέλους διαβάζουμε εμείς.

Ο Πλάτωνας, τέλος, θέλει να μας διδάξει ότι η αντίληψη του ωραίου μπορεί και πρέπει να αντικατοπτρίζεται στις πράξεις μας. Γι’ αυτό παρουσιάζει τον Αλκιβιάδη, δηλαδή έναν άνθρωπο που εγκατέλειψε τη φιλοσοφία για χάρη της πολιτικής του φιλοδοξίας, να εξομολογείται την ερωτική απόρριψη που βίωσε από το Σωκράτη. Έτσι ο Πλάτωνας μας παρουσιάζει το Σωκράτη ως παράδειγμα ανθρώπου που επιδίωκε τη γνώση του ωραίου στο ανώτατο επίπεδο και γι’ αυτό, παρά την ερωτική του επιθυμία, δε συμβιβάστηκε με το σαρκικό, κατώτερο είδος του έρωτα που πρότεινε ο Αλκιβιάδης.